Η παρούσα έκθεση εξετάζει το σύστημα δομών, υπηρεσιών και προγραμμάτων που απευθύνονται σε Άτομα με Αναπηρία (ΑμεΑ) στην Περιφέρεια Κρήτης, αποτυπώνοντας τα βασικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά τους. Η ανάλυση βασίζεται στη χαρτογράφηση της γεωγραφικής κατανομής, της νομικής μορφής των φορέων, του είδους των παροχών και του αριθμού των ωφελούμενων, παρέχοντας μια συνολική εικόνα του πλαισίου κοινωνικής φροντίδας. Τα ευρήματα δείχνουν ότι, παρά τον σχετικά υψηλό αριθμό δομών, η πρόσβαση δεν είναι ομοιόμορφα κατανεμημένη, με τις απομακρυσμένες και λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές να εμφανίζουν περιορισμένες δυνατότητες εξυπηρέτησης.
Σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφονται μεταξύ των Περιφερειακών Ενοτήτων και των Δήμων. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση δομών εντοπίζεται στην ΠΕ Ηρακλείου και Χανίων, ενώ το Ρέθυμνο εμφανίζει χαμηλότερη διαθεσιμότητα υπηρεσιών. Σε επίπεδο Δήμων, παρατηρείται έντονη συγκέντρωση στους μεγαλύτερους αστικούς δήμους, γεγονός που αναδεικνύει χωρικές ανισότητες στη διάρθρωση του συστήματος υποστήριξης. Παράλληλα, η κυριαρχία των δημόσιων φορέων, κυρίως μέσω των δομών Ειδικής Εκπαίδευσης, συνδιαμορφώνει τη συνολική φυσιογνωμία του συστήματος, ενώ η συμβολή ιδιωτικών φορέων εντοπίζεται κυρίως σε υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας και διαβίωσης.
Το σύστημα υπηρεσιών εμφανίζει προσανατολισμό προς ανοικτές και κοινοτικά προσανατολισμένες δομές, υποστηρίζοντας την εξωϊδρυματική φροντίδα και την κοινωνική ένταξη των ΑμεΑ. Ωστόσο, πιο εξειδικευμένες και στεγαστικού χαρακτήρα δομές παραμένουν περιορισμένες και συγκεντρωμένες κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα. Παράλληλα, καταγράφεται σημαντική αύξηση του αριθμού των ωφελούμενων την περίοδο 2021–2023, κυρίως λόγω της επέκτασης των ΚΔΑΠ ΑμεΑ και ορισμένων στεγαστικών υπηρεσιών, γεγονός που υποδηλώνει αυξανόμενη ζήτηση για υπηρεσίες υποστήριξης, ιδιαίτερα στον ενήλικο πληθυσμό.
Τέλος, η ηλικιακή κατανομή των ωφελούμενων καταδεικνύει μετατόπιση προς τις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, ενώ η χαμηλότερη συμμετοχή παιδιών και εφήβων ενδέχεται να συνδέεται με την παραμονή τους στο οικογενειακό περιβάλλον και την περιορισμένη ανάπτυξη υπηρεσιών πρώιμης παρέμβασης. Επιπλέον στις εξεταζόμενες δομές κατά το έτος 2024 υπάρχει υψηλότερη εκπροσώπηση των ανδρών/ αγοριών.
Συνολικά, τα ευρήματα αναδεικνύουν την ανάγκη για ενίσχυση της ισότιμης πρόσβασης στις υπηρεσίες, ιδιαίτερα σε απομακρυσμένες περιοχές, καθώς και για περαιτέρω ανάπτυξη δομών ανοικτής φροντίδας και υποστηριζόμενης διαβίωσης.
